|
1 ΚΑΙ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς πρὸς Νῶε· εἴσελθε σὺ καὶ πᾶς ὁ οἶκός σου εἰς τὴν
κιβωτόν, ὅτι σὲ εἶδον δίκαιον ἐναντίον μου ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ.
|
1 Τοτε είπε Κυριος ο Θεός προς τον Νώε· “είσελθε συ
και όλη η οικογένειά σου εις την κιβωτόν, διότι μόνον σε μέσα εις την γενεάν
αυτήν ευρήκα πιστόν και ενάρετον ενώπιόν μου.
|
|
2 ἀπὸ δὲ τῶν κτηνῶν τῶν καθαρῶν εἰσάγαγε πρὸς σὲ ἑπτὰ ἑπτά, ἄρσεν καὶ
θῆλυ, ἀπὸ δὲ τῶν κτηνῶν τῶν μὴ καθαρῶν δύο δύο, ἄρσεν καὶ θῆλυ,
|
2 Από τα ζώα τα καθαρά εισάγαγε εις την κιβωτόν ανά
επτά ζεύγη, άρσεν και θήλυ· από δε τα κτήνη τα μη καθαρά ανά δύο ζεύγη άρσεν
και θήλυ.
|
|
3 καὶ ἀπὸ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ τῶν καθαρῶν ἑπτὰ ἑπτά, ἄρσεν καὶ θῆλυ,
καὶ ἀπὸ πάντων τῶν πετεινῶν τῶν μὴ καθαρῶν δύο δύο, ἄρσεν καὶ θῆλυ, διαθρέψαι
σπέρμα ἐπί πᾶσαν τὴν γῆν.
|
3 Επίσης από τα πτηνά του ουρανού τα καθαρά ανά επτά
ζεύγη, άρσεν και θήλυ και από όλα τα πτηνά τα μη καθαρά ανά δύο ζεύγη, άρσεν
και θήλυ, ώστε να διατραφούν και σωθούν από τον κατακλυσμόν και
πολλαπλασιασθούν κατόπιν εις όλην την γην.
|
|
4 ἔτι γὰρ ἡμερῶν ἑπτὰ ἐγὼ ἐπάγω ὑετὸν ἐπὶ τὴν γῆν τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ
τεσσαράκοντα νύκτας καὶ ἐξαλείψω πᾶν τὸ ἀνάστημα, ὃ ἐποίησα, ἀπὸ προσώπου
πάσης τῆς γῆς.
|
4 Καμε σύντομα τούτο, διότι μετά επτά ημέρας θα
εξαπολύσω κατακλυσμόν εις ολόκληρον την γην επί τεσσαράκοντα ημερονύκτια και
θα εξαφανίσω από το πρόσωπον της γης ανθρώπους και ζώα, τα οποία είχον
δημιουργήσει”.
|
|
5 καὶ ἐποίησε Νῶε πάντα, ὅσα ἐνετείλατο αὐτῷ Κύριος ὁ Θεός.
|
5 Και εξετέλεσεν ο Νώε όλα όσα διέταξε και υπέδειξεν
εις αυτόν Κυριος ο Θεός.
|
|
6 Νῶε δὲ ἦν ἐτῶν ἑξακοσίων, καὶ ὁ κατακλυσμὸς τοῦ ὕδατος ἐγένετο ἐπὶ τῆς
γῆς.
|
6 Ο δε Νώε ήτο εξακοσίων ετών τότε, που έγινεν ο
κατακλυσμός εις την γην.
|
|
7 εἰσῆλθε δὲ Νῶε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ καὶ αἱ γυναῖκες τῶν
υἱῶν αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ εἰς τὴν κιβωτὸν διὰ τὸ ὕδωρ τοῦ κατατακλυσμοῦ.
|
7 Εισήλθε, σύμφωνα με την διαταγήν του Θεού, εις την
κιβωτόν αυτός και μαζή με αυτόν τα παιδιά του και η γυναίκα του και αι
γυναίκες των παιδιών του, δια να σωθούν από τα ύδατα του κατακλυσμού.
|
|
8 καὶ ἀπὸ τῶν πετεινῶν τῶν καθαρῶν καὶ ἀπὸ τῶν πετεινῶν τῶν μὴ καθαρῶν καὶ
ἀπὸ τῶν κτηνῶν τῶν καθαρῶν καὶ ἀπὸ τῶν κτηνῶν τῶν μὴ καθαρῶν καὶ ἀπὸ πάντων
τῶν ἑρπόντων ἐπὶ τῆς γῆς
|
8 Μαζή του επίσης εισήλθον από τα καθαρά και ακάθαρτα
πτηνά, από τα καθαρά και ακάθαρτα ζώα και από όλα τα ερπετά, που σύρονται εις
την γην.
|
|
9 δύο δύο εἰσῆλθον πρὸς Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ, καθὰ
ἐνετείλατο ὁ Θεὸς τῷ Νῶε.
|
9 Εισήλθον μαζή με τον Νώε εις την κιβωτόν κατά
ζεύγη, αρσενικόν και θηλυκόν, όπως είχε διατάξει ο Θεός.
|
|
10 καὶ ἐγένετο μετὰ τὰς ἑπτὰ ἡμέρας καὶ τὸ ὕδωρ τοῦ κατακλυσμοῦ ἐγένετο ἐπὶ
τῆς γῆς.
|
10 Επτά δε ημέρας μετά την είσοδον αυτών εξεχύθησαν τα
ύδατα του κατακλυσμού επάνω εις την γην.
|
|
11 ἐν τῷ ἑξακοσιοστῷ ἔτει ἐν τῇ ζωῇ τοῦ Νῶε, τοῦ δευτέρου μηνός, ἑβδόμῃ καὶ
εἰκάδι τοῦ μηνός, τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ ἐρράγησαν πᾶσαι αἱ πηγαὶ τῆς ἀβύσσου, καὶ οἱ
καταρράκται τοῦ οὐρανοῦ ἠνεῴχθησαν.
|
11 Κατά το εξακοσιοστόν έτος της ηλικίας του Νώε, εις
τας είκοσι δύο του δευτέρου μηνός διερράγησαν όλαι αι πηγαί των υπογείων
υδάτων και των θαλασσών και ήνοιξαν οι καταρράκται του ουρανού εις
καταρρακτώδεις βροχάς.
|
|
12 καὶ ἐγένετο ὑετὸς ἐπὶ τῆς γῆς τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα
νύκτας.
|
12 Εβρεχε δε συνεχώς επί τεσσαράκοντα ημερονύκτια εις
την γην.
|
|
13 ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ εἰσῆλθε Νῶε, Σήμ, Χάμ, ᾿Ιάφεθ, οἱ υἱοὶ Νῶε, καὶ ἡ γυνὴ
Νῶε καὶ αἱ τρεῖς γυναῖκες τῶν υἱῶν αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ εἰς τὴν κιβωτόν.
|
13 Κατά την ημέραν αυτήν, όπως είχε διατάξει ο Θεός,
εισήλθεν εις την κιβωτόν ο Νώε και τα παιδιά του, ο Σημ, ο Χαμ και ο Ιάφεθ, η
γυναίκα του Νώε και αι τρεις γυναίκες των παιδιών του.
|
|
14 καὶ πάντα τὰ θηρία κατὰ γένος καὶ πάντα τὰ κτήνη κατὰ γένος καὶ πᾶν ἑρπετὸν
κινούμενον ἐπὶ τῆς γῆς κατὰ γένος καὶ πᾶν ὄρνεον πετεινὸν κατὰ γένος αὐτοῦ
|
14 Μαζή του επίσης είχον εισέλθει όλα τα θηρία κατά τα
είδη αυτών και όλα τα κτήνη κατά τα είδη αυτών και όλα τα είδη των ερπετών
που σύρονται εις την γην, και όλα τα πτηνά του ουρανού κατά τα είδη αυτών.
|
|
15 εἰσῆλθον πρὸς Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, δύο δύο ἄρσεν καὶ θῆλυ ἀπὸ πάσης
σαρκός, ἐν ᾧ ἐστι πνεῦμα ζωῆς.
|
15 Κατά ζεύγη, άρρενα και θήλεα, εισήλθον μαζή με τον
Νώε εις την κιβωτόν, κάθε ζωντανόν της ξηράς.
|
|
16 καὶ τὰ εἰσπορευόμενα ἄρσεν καὶ θῆλυ ἀπὸ πάσης σαρκὸς εἰσῆλθε, καθὰ
ἐνετείλατο ὁ Θεὸς τῷ Νῶε. καὶ ἔκλεισε Κύριος ὁ Θεὸς τὴν κιβωτὸν ἔξωθεν αὐτοῦ.
|
16 Τα εισελθόντα εις την κιβωτόν ζώα ήσαν από όλα τα
είδη αρσενικά και θηλυκά, όπως είχε διατάξει ο Θεός τον Νώε. Και αφού τα πάντα
ησφαλίσθησαν εις την κιβωτόν, έκλεισεν ο ίδιος ο Θεός απ' έξω την κιβωτόν.
|
|
17 Καὶ ἐγένετο ὁ κατακλυσμὸς τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας
ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἐπεπληθύνθη τὸ ὕδωρ καὶ ἐπῆρε τὴν κιβωτόν, καὶ ὑψώθη ἀπὸ τῆς
γῆς.
|
17 Ο κατακλυσμός εγίνετο επί τεσσαράκοντα κατά
συνέχειαν ημερονύκτια εις την γην και επληθύνθη πάρα πολύ το νερό επάνω εις
την γην, ανεσήκωσε την κιβωτόν εις την επιφάνειάν του και την ύψωσεν επάνω
από την γην.
|
|
18 καὶ ἐπεκράτει τὸ ὕδωρ καὶ ἐπληθύνετο σφόδρα ἐπὶ τῆς γῆς, καί ἐπεφέρετο ἡ
κιβωτὸς ἐπάνω τοῦ ὕδατος.
|
18 Και εκυριάρχει συνεχώς το ύδωρ και επληθύνετο
ολονέν και περισσότερον επάνω εις την γην, η δε κιβωτός εφέρετο επάνω εις τα
ύδατα.
|
|
19 τὸ δὲ ὕδωρ ἐπεκράτει σφόδρα σφόδρα ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐκάλυψε πάντα τὰ ὄρη
τὰ ὑψηλά, ἃ ἦν ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ·
|
19 Και εξωγκώθη ακόμη περισσότερον το ύδωρ και
υπερεπληθύνθη και εσκέπασεν όλα τα όρη τα υψηλά, όσα υπήρχον κάτω από τον
ουρανόν.
|
|
20 πεντεκαίδεκα πήχεις ὑπεράνω ὑψώθη τὸ ὕδωρ καὶ ἐπεκάλυψε πάντα τὰ ὄρη τὰ
ὑψηλά.
|
20 Δέκα πέντε πήχεις επάνω από τα υψηλότερα όρη υψώθη
το ύδωρ και εσκέπασεν εξ ολοκλήρου αυτά.
|
|
21 καὶ ἀπέθανε πᾶσα σὰρξ κινουμένη ἐπὶ τῆς γῆς τῶν πετεινῶν καὶ τῶν κτηνῶν
καὶ ἀπὸ θηρίων καὶ πᾶν ἑρπετὸν κινούμενον ἐπὶ τῆς γῆς καὶ πᾶς ἄνθρωπος.
|
21 Επνίγη δε και απέθανε μέσα εις τα ύδατα του
κατακλυσμού κάθε ζωϊκή υπαρξις της γης, τα πτηνά του ουρανού και τα κτήνη και
τα θηρία και τα ερπετά που σύρονται εις την γην και κάθε άνθρωπος·
|
|
22 καὶ πάντα, ὅσα ἔχει πνοὴν ζωῆς, καὶ πᾶν, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς ξηρᾶς, ἀπέθανε.
|
22 και όλα όσα έχουν ζωήν και αναπνέουν, κάθε τι το
οποίον έζη εις την ξηράν επνίγη.
|
|
23 καὶ ἐξήλειψε πᾶν τὸ ἀνάστημα, ὃ ἦν ἐπί προσώπου τῆς γῆς, ἀπὸ ἀνθρώπου
ἕως κτήνους καὶ ἑρπετῶν καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἐξηλείφθησαν ἀπὸ
τῆς γῆς· καὶ κατελείφθη μόνος Νῶε καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοῦ ἐν τῇ κιβωτῷ.
|
23 Τοιουτοτρόπως ο Θεός εξηφάνισε κάθε ζωντανήν
ύπαρξιν επί της γης από ανθρώπου μέχρι των κτηνών και ερπετών και πτηνών του
ουρανού· τα πάντα εξηφανίσθησαν από το πρόσωπον της γης. Εμεινε δε εν τη ζωή
μόνον ο Νώε και όσοι ήσαν μαζή με αυτόν εις την κιβωτόν.
|
|
24 καὶ ὑψώθη τὸ ὕδωρ ἐπὶ τῆς γῆς ἡμέρας ἑκατὸν πεντήκοντα.
|
24 Και το ύδωρ κατεπλημμύρισε την επιφάνειαν της γης
επί εκατόν πεντήκοντα ημέρας.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου