1 ΗΛΘΟΝ δὲ οἱ δύο ἄγγελοι εἰς Σόδομα ἑσπέρας· Λὼτ δὲ ἐκάθητο παρὰ τὴν
πύλην Σοδόμων. ἰδὼν δὲ Λώτ, ἐξανέστη εἰς συνάντησιν αὐτοῖς καὶ προσεκύνησε τῷ
προσώπῳ ἐπὶ τὴν γῆν.
|
1 Κατά δε την εσπέραν έφθασαν οι δύο άγγελοι εις τα
Σοδομα. Ο Λωτ εκάθητο κοντά εις την πύλην των Σοδόμων. Οταν είδε τους ξένους,
ηγέρθη, επροχώρησεν εις συνάντησίν των, τους επροσκύνησε μέχρις εδάφους
|
2 καὶ εἶπεν· ἰδοὺ κύριοι, ἐκκλίνατε εἰς τὸν οἶκον τοῦ παιδὸς ὑμῶν καὶ
καταλύσατε καὶ νίψασθε τοὺς πόδας ὑμῶν, καὶ ὀρθρίσαντες ἀπελεύσεσθε εἰς τὴν
ὁδὸν ὑμῶν. καὶ εἶπαν· οὐχί, ἀλλ᾿ ἐν τῇ πλατείᾳ καταλύσομεν.
|
2 και είπεν· “ιδού σας παρακαλώ, κύριοι,
λοξοδρομήσατε στον οίκον του δούλου σας να καταλύσετε εκεί, να πλύνετε τους
πόδας σας και ενωρίς το πρωϊ συνεχίζετε τον δρόμον σας”. Εκείνοι είπον· “όχι.
Εις την πλατείαν, στο ύπαιθρον θα διανυκτερεύσωμεν”.
|
3 καὶ κατεβιάζετο αὐτούς, καὶ ἐξέκλιναν πρὸς αὐτὸν καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν
οἶκον αὐτοῦ. καὶ ἐποίησεν αὐτοῖς πότον, καὶ ἀζύμους ἔπεψεν αὐτοῖς, καὶ
ἔφαγον.
|
3 Ο Λωτ παρακλητικώς επίεζεν αυτούς, ώστε εκείνοι
υπεχώρησαν. Επήγαν προς αυτόν και εισήλθον στον οίκον του. Ο Λωτ παρέθεσεν
εις αυτούς δείπνον. Εψησεν άζυμον άρτον εις την φωτιά και έφαγον.
|
4 πρὸ τοῦ κοιμηθῆναι δέ, οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως οἱ Σοδομῖται περικύκλωσαν
τὴν οἰκίαν ἀπὸ νεανίσκου ἕως πρεσβυτέρου, ἅπας ὁ λαὸς ἅμα.
|
4 Αλλά πριν κοιμηθούν, οι άνδρες της πόλεως, οι
πονηροί Σοδομίται από του νεωτέρου έως του γεροντοτέρου, όλος ο λαός μαζή,
περιεκύκλωσαν την οικίαν του Λωτ,
|
5 καὶ ἐξεκαλοῦντο τὸν Λὼτ καὶ ἔλεγον πρὸς αὐτόν· ποῦ εἰσιν οἱ ἄνδρες οἱ
εἰσελθόντες πρὸς σὲ τὴν νύκτα; ἐξάγαγε αὐτοὺς πρὸς ἡμᾶς, ἵνα συγγενώμεθα
αὐτοῖς.
|
5 και έξω από αυτήν εφώναζον προς τον Λωτ και του
έλεγαν· “που είναι οι άνδρες, οι οποίοι κατά την εσπέραν εισήλθον στο σπίτι
σου; Βγάλε τους προς ημάς έξω, δια να ασελγήσωμεν επάνω εις αυτούς” !
|
6 ἐξῆλθε δὲ Λὼτ πρὸς αὐτοὺς πρὸς τὸ πρόθυρον, τὴν δὲ θύραν προσέῳξεν ὀπίσω
αὐτοῦ.
|
6 Εβγήκεν ο Λωτ προς αυτούς έμπροσθεν από την θύραν,
την δε θύραν έκλεισεν ασφαλώς οπίσω απ' αυτόν.
|
7 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· μηδαμῶς ἀδελφοί, μὴ πονηρεύσησθε.
|
7 Είπε δε προς αυτούς· “αδελφοί, κατ' ουδένα τρόπον
και λόγον δεν πρέπει να πραγματοποιήσετε το πονηρόν τούτο.
|
8 εἰσὶ δέ μοι δύο θυγατέρες, αἳ οὐκ ἔγνωσαν ἄνδρα· ἐξάξω αὐτὰς πρὸς ὑμᾶς,
καὶ χρᾶσθε αὐταῖς, καθὰ ἂν ἀρέσκῃ ὑμῖν· μόνον εἰς τοὺς ἀνδρας τούτους μὴ
ποιήσητε ἄδικον, οὗ εἵνεκεν εἰσῆλθον ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν δοκῶν μου.
|
8 Εντός του σπιτιού μου υπάρχουν αι δύο, θυγατέρες
μου, παρθένοι, αι οποίαι δεν εγνώρισαν άνδρα. Θα τας φέρω προς σας και
χρησιμοποιήσατέ τας, όπως σας αρέσει. Μονον στους άνδρας αυτούς μη θελήσετε
να κάμετε κάτι το κακόν, διότι εισήλθον υπό την στέγην μου και ως
φιλοξενούμενοι ευρίσκονται υπό την προστασίαν μου”.
|
9 εἶπαν δὲ αὐτῷ· ἀπόστα ἐκεῖ. εἰσῆλθες παροικεῖν· μὴ καὶ κρίσιν κρίνειν;
νῦν οὖν σὲ κακώσωμεν μᾶλλον ἢ ἐκείνους. καὶ παρεβιάζοντο τὸν ἄνδρα τὸν Λὼτ
σφόδρα. καὶ ἤγγισαν συντρίψαι τὴν θύραν.
|
9 Εκείνοι εξηγριωμένοι ειπόν εις αυτόν· “παραμέρισε
από εκεί και φύγε· ήλθες από άλλην χώραν και μένεις σαν ξένος μαζή μας. Μηπως
θέλεις να γίνης και δικαστής μας; Λοιπόν τώρα θα κακοποιήσωμεν περισσότερον
εσέ παρά εκείνους”. Ωρμησαν εξηγριωμένοι και εχειροδίκουν εναντίον του Λωτ,
τον απωθούσαν βιαίως και επλησίασαν δια να συντρίψουν την θύραν.
|
10 ἐκτείναντες δὲ οἱ ἄνδρες τὰς χεῖρας
εἰσεσπάσαντο τὸν Λὼτ πρὸς ἑαυτοὺς εἰς τὸν οἶκον, καὶ τὴν θύραν τοῦ οἴκου
ἀπέκλεισαν·
|
10 Οι δύο άνδρες όμως άπλωσαν τα χέρια των, ετράβηξαν
προς τον εαυτόν των και έβαλαν τον Λωτ στον οίκον και έκλεισαν ασφαλώς την
θύραν του σπιτιού.
|
11 τοὺς δὲ ἄνδρας τοὺς ὄντας ἐπὶ τῆς
θύρας τοῦ οἴκου ἐπάταξαν ἐν ἀορασίᾳ ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου, καὶ παρελύθησαν
ζητοῦντες τὴν θύραν.
|
11 Τους δε άνδρας, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την θύραν,
τους ετιμώρησαν όλους με τύφλωσιν από μικρού έως μεγάλου και έτσι εκείνοι
απέκαμαν ψάχνοντες να εύρουν την θύραν.
|
12 Εἶπαν δὲ οἱ ἄνδρες ἢ πρὸς Λώτ· εἰσί
σοι ὧδε γαμβροὶ ἢ υἱοὶ ἢ θυγατέρες; ἢ εἴτις σοι ἄλλος ἐστὶν ἐν τῇ πόλει,
ἐξάγαγε ἐκ τοῦ τόπου τούτου·
|
12 Οι δύο ξένοι ειπόν τότε στον Λωτ· μήπως υπάρχουν
εδώ εις την πόλιν αυτήν γαμβροί σου η υιοί σου η θυγατέρες η κανένας άλλος
ιδικός σου; Παρε τους και βγάλε τους από τον τόπον αυτόν.
|
13 ὅτι ἡμεῖς ἀπόλλυμεν τὸν τόπον τοῦτον,
ὅτι ὑψώθη ἡ κραυγὴ αὐτῶν ἔναντι Κυρίου, καὶ ἀπέστειλεν ἡμᾶς Κύριος ἐκτρίψαι
αὐτήν.
|
13 Διότι ημείς καταστρέφομεν τον τόπον αυτόν, επειδή η
κραυγή των φοβερών ανομιών των έφθασε μεγάλη ενώπιον του Κυρίου. Και ο Κυριος
μας απέστειλε να καταστρέψωμεν και να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου αυτούς και
τον τόπον των”.
|
14 ἐξῆλθε δὲ Λὼτ καὶ ἐλάλησε πρὸς τοὺς
γαμβροὺς αὐτοῦ τοὺς εἰληφότας τὰς θυγατέρας αὐτοῦ καὶ εἶπεν· ἀνάστητε καὶ
ἐξέλθετε ἐκ τοῦ τόπου τούτου, ὅτι ἐκτρίβει Κύριος τὴν πόλιν. ἔδοξε δὲ
γελοιάζειν ἐναντίον τῶν γαμβρῶν αὐτοῦ.
|
14 Εξήλθεν ο Λωτ από το σπίτι του, ωμίλησε προς τους
μνηστήρας των θυγατέρων του και τους είπε· “σηκωθήτε αμέσως και φύγετε μακρυά
από τον τόπον τούτον, διότι ο Κυριος θα καταστρέψη την πόλιν”. Οι γαμβροί του
όμως ενόμισαν ότι ο Λωτ αστειεύεται μαζή των.
|
15 ἡνίκα δὲ ὄρθρος ἐγίνετο, ἐσπούδαζον
οἱ ἄγγελοι τὸν Λὼτ λέγοντες· ἀναστὰς λάβε τὴν γυναῖκά σου καὶ τὰς δύο
θυγατέρας σου, ἃς ἔχεις, καὶ ἔξελθε, ἵνα μὴ καὶ σὺ συναπόλῃ ταῖς ἀνομίαις τῆς
πόλεως.
|
15 Κατά δε τα εξημερώματα οι δύο άγγελοι επίεζον και
εβίαζαν τον Λωτ λέγοντες· “σήκω αμέσως, πάρε την γυναίκα σου και τας δύο
θυγατέρας σου και φύγε έξω, δια να μη καταστραφής και συ μαζή με τους
αμαρτωλούς κατοίκους αυτής της πόλεως”.
|
16 καὶ ἐταράχθησαν· καὶ ἐκράτησαν οἱ
ἄγγελοι τῆς χειρὸς αὐτοῦ καὶ τῆς χειρὸς τῆς γυναικὸς αὐτοῦ καὶ τῶν χειρῶν τῶν
δύο θυγατέρων αὐτοῦ, ἐν τῷ φείσασθαι Κύριον αὐτοῦ.
|
16 Ο Λωτ και οι περί αυτόν εταράχθησαν σαν να τα
έχασαν. Οι άγγελοι επήραν τότε το χέρι του Λωτ, το χέρι της γυναικός του και
τα χέρια των δύο θυγατέρων του και τους ωδήγησαν έξω από την πόλιν, διότι ο
Κυριος ελυπήθη τον Λωτ.
|
17 καὶ ἐγένετο, ἡνίκα ἐξήγαγον αὐτοὺς
ἔξω καὶ εἶπαν· σῴζων σῷζε τὴν σεαυτοῦ ψυχήν· μὴ περιβλέψῃ εἰς τὰ ὀπίσω, μηδὲ
στῇς ἐν πάσῃ τῇ περιχώρῳ· εἰς τὸ ὄρος σῴζου, μήποτε συμπαραληφθῇς.
|
17 Οταν δε οι άγγελοι έφερον αυτούς έξω από την πόλιν,
είπαν στον Λωτ και τας τρεις γυναίκας· “σπεύσε να σώσης την ζωήν σου, φύγε
από την περιοχήν αυτήν· ούτε να στρέψετε το κεφάλι σας εις τα οπίσω, ούτε και
να σταματήσετε πουθενά εις τα περίχωρα των Σοδόμων. Σπεύσατε στο απέναντι
όρος, δια να σωθήτε, διότι άλλως υπάρχει φόβος να συμπεριληφθήτε και σεις εις
την φοβεράν καταστροφήν”.
|
18 εἶπε δὲ Λὼτ πρὸς αὐτούς· δέομαι
κύριε,
|
18 Είπε δε ο Λωτ προς ένα από αυτούς· “Κυριε, σε
παρακαλώ,
|
19 ἐπειδὴ εὗρεν ὁ παῖς σου ἔλεος
ἐναντίον σου καὶ ἐμεγάλυνας τὴν δικαιοσύνην σου, ὃ ποιεῖς ἐπ᾿ ἐμὲ τοῦ ζῆν τὴν
ψυχήν μου, ἐγὼ δὲ οὐ δυνήσομαι διασωθῆναι εἰς τὸ ὄρος, μήποτε καταλάβῃ με τὰ
κακὰ καὶ ἀποθάνω.
|
19 αφού ο δούλος σου ευρήκεν έλεος απέναντί σου και έδειξες
την μεγάλην σου καλωσύνην με το να ενδιαφερθής δια την ασφάλειαν της ζωής
μου, εγώ δεν θα ημπορέσω και δεν θα προλάβω να φθάσω στο όρος εκείνο.
Φοβούμαι, μήπως με προλάβουν αι επερχόμεναι τιμωρίαι και χάσω την ζωήν μου.
|
20 ἰδοὺ ἡ πόλις αὕτη ἐγγὺς τοῦ
καταφυγεῖν με ἐκεῖ, ἥ ἐστι μικρά, καὶ ἐκεῖ διασωθήσομαι· οὐ μικρά ἐστι; καὶ
ζήσεται ἡ ψυχή μου ἕνεκέν σου.
|
20 Ιδού η πόλις εκείνη ευρίσκεται κοντά· εκεί ημπορώ
να καταφύγω. Μικρά δεν είναι αυτή η πόλις; Διατί να καταστροφή; Εάν μου κάμης
αυτήν την χάριν, θα σωθή η ζωη μου από σέ”.
|
21 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἐθαύμασά σου τὸ
πρόσωπον καὶ ἐπὶ τῷ ρήματι τούτῳ τοῦ μὴ καταστρέψαι τὴν πόλιν, περὶ ἧς
ἐλάλησας·
|
21 Είπεν εις αυτόν ο άγγελος· “ιδού· εθαύμααα εγώ την
καρδίαν σου, εδέχθην την παράκλησίν σου και χάρις εις αυτήν δεν θα καταστρέψω
την μικράν εκείνην πόλιν, δια την οποίαν με παρεκάλεσες.
|
22 σπεῦσον οὖν τοῦ σωθῆναι ἐκεῖ· οὐ γὰρ
δυνήσομαι ποιῆσαι πρᾶγμα, ἕως τοῦ ἐλθεῖν σε ἐκεῖ. διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα
τῆς πόλεως ἐκείνης Σηγώρ.
|
22 Λοιπόν, σπεύσε εκεί να σωθής. Εγώ δεν θα αποστείλω
την καταστροφήν, μέχρις ότου συ φθάσης εκεί” Δια τούτο εκάλεσε το όνομα της
πόλεως εκείνης “Σηγώρ”.
|
23 ὁ ἥλιος ἐξῆλθεν ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ Λὼτ
εἰσῆλθεν εἰς Σηγώρ,
|
23 Ανέτειλεν ο ήλιος εις την χώραν εκείνην και ο Λωτ
έφθασεν ασφαλής εις την Σηγώρ.
|
24 καὶ Κύριος ἔβρεξεν ἐπὶ Σόδομα καὶ
Γόμορρα θεῖον, καὶ πῦρ παρὰ Κυρίου ἐξ οὐρανοῦ
|
24 Και τότε ο Κυριος έβρεξεν επάνω εις τα Σοδομα και
Γομορρα θειάφι και έρριψεν από τον ουρανόν φωτιά
|
25 καὶ κατέστρεψε τὰς πόλεις ταύτας καὶ
πᾶσαν τὴν περίχωρον καὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν ταῖς πόλεσι καὶ τὰ
ἀνατέλλοντα ἐκ τῆς γῆς.
|
25 και κατέστρεψεν αυτάς τας πόλεις και όλην την
περίχωρον και όλους τους κατοίκους των πόλεων και κάθε τι, που εβλάστανεν εις
την χώραν εκείνην.
|
26 καὶ ἐπέβλεψεν ἡ γυνὴ αὐτοῦ εἰς τὰ
ὀπίσω καὶ ἐγένετο στήλη ἁλός.
|
26 Η σύζυγος του Λωτ, περίεργος καθώς ήτο και παρά την
εντολήν του αγγέλου, έστρεψε την κεφαλήν εις τα οπίσω, δια να ίδη την
καταστροφήν· και αμέσως έγινε στήλη άλατος.
|
27 ῎Ωρθρισε δὲ ῾Αβραὰμ τῷ πρωΐ εἰς τὸν
τόπον, οὗ εἱστήκει ἐναντίον Κυρίου.
|
27 Ο δε Αβραάμ εσηκώθη από τα χαράματα και μετέβη στον
τόπον, όπου χθες είχε σταθή ενώπιον του Κυρίου.
|
28 καὶ ἐπέβλεψεν ἐπὶ πρόσωπον Σοδόμων
καὶ Γομόρρας καὶ ἐπὶ πρόσωπον τῆς περιχώρου καὶ εἶδε, καὶ ἰδοὺ ἀνέβαινε φλὸξ
ἐκ τῆς γῆς, ὡσεὶ ἀτμὶς καμίνου.
|
28 Προσήλωσε τα βλέμματά του εις τα Σοδομα και Γομορρα
και εις την περιοχήν αυτών και είδε· και ιδού ανέβαινεν φλόγα από την γην,
όπως βγαίνει ο καπνός από το καμίνι.
|
29 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐκτρίψαι Κύριον
πάσας τὰς πόλεις τῆς περιοίκου, ἐμνήσθη ὁ Θεὸς τοῦ ῾Αβραὰμ καὶ ἐξαπέστειλε
τὸν Λὼτ ἐκ μέσου τῆς καταστροφῆς, ἐν τῷ καταστρέψαι Κύριον τὰς πόλεις, ἐν αἷς
κατῴκει ἐν αὐταῖς Λώτ.
|
29 Οταν ο Θεός είχε πάρει την απόφασιν να καταστρέψη
τας πόλεις της περιοχής εκείνης, ενδιεφέρθη δια τον Αβραάμ και απεμάκρυνε τον
Λωτ από την φοβεράν εκείνην καταστροφήν, ότε κατέστρεψε τας πόλεις εις τας
οποίας κατοικούσε ο Λωτ.
|
30 ᾿Ανέβη δὲ Λὼτ ἐκ Σηγὼρ καὶ ἐκάθητο ἐν
τῷ ὄρει αὐτὸς καὶ αἱ δύο θυγατέρες αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ· ἐφοβήθη γὰρ κατοικῆσαι
ἐν Σηγώρ. καὶ κατῴκησεν ἐν τῷ σπηλαίῳ, αὐτὸς καὶ αἱ δύο θυγατέρες αὐτοῦ μετ᾿
αὐτοῦ.
|
30 Ο δε Λωτ ανέβη από την Σηγώρ και εκάθησεν στο όρος
αυτός και αι δύο θυγατέρες μαζή του, διότι εφοβήθη να κατοικήση μέσα εις την
Σηγώρ. Εμεινε δε στο σπήλαιον αυτός και αι δύο θυγατέρες μαζή του.
|
31 εἶπε δὲ ἡ πρεσβυτέρα πρὸς τὴν
νεωτέραν· ὁ πατὴρ ἡμῶν πρεσβύτερος, καὶ οὐδείς ἐστιν ἐπὶ τῆς γῆς, ὃς
εἰσελεύσεται πρὸς ἡμᾶς, ὡς καθήκει πάσῃ τῇ γῇ·
|
31 Είπε δε η μεγαλυτέρα θυγάτηρ εις την μικροτέραν· “ο
πατήρ μας είναι ηλικιωμένος και δεν υπάρχει κανείς εις την περιοχήν, που
κατοικούμε, ο οποίος να μας νυμφευθή, όπως γίνεται εις όλην την οικουμένην.
|
32 δεῦρο καὶ ποτίσωμεν τὸν πατέρα ἡμῶν
οἶνον καὶ κοιμηθῶμεν μετ᾿ αὐτοῦ καὶ ἐξαναστήσωμεν ἐκ τοῦ πατρὸς ἡμῶν σπέρμα.
|
32 Ελα, λοιπόν, να δώσωμεν κρασί στον πατέρα μας, να
κοιμηθώμεν μαζή του και να αποκτήσωμεν απογόνους από τον πατέρα μας”
|
33 ἐπότισαν δὲ τὸν πατέρα αὐτῶν οἶνον ἐν
τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ, καὶ εἰσελθοῦσα ἡ πρεσβυτέρα ἐκοιμήθη μετὰ τοῦ πατρὸς αὐτῆς
ἐν τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ, καὶ οὐκ ᾔδει ἐν τῷ κοιμηθῆναι αὐτὸν καὶ ἐν τῷ ἀναστῆναι.
|
33 Επότισαν πράγματι τον πατέρα των κατά την νύκτα
εκείνην με κρασί και η μεγαλυτέρα κόρη εισήλθεν στον κοιτώνα του πατρός της
και εκοιμήθη μαζή του κατά την νύκτα εκείνη. Αυτός δε δεν αντελήφθη τι έκαμεν
ούτε όταν εκοιμήθη με την κόρην του ούτε και όταν εξύπνησε.
|
34 ἐγένετο δὲ ἐν τῇ ἐπαύριον καὶ εἶπεν ἡ
πρεσβυτέρα πρὸς τὴν νεωτέραν· ἰδοὺ ἐκοιμήθην χθὲς μετὰ τοῦ πατρὸς ἡμῶν·
ποτίσωμεν αὐτὸν οἶνον καὶ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ, καὶ εἰσελθοῦσα κοιμήθητι μετ᾿
αὐτοῦ, καὶ ἐξαναστήσωμεν ἐκ τοῦ πατρὸς ἡμῶν σπέρμα.
|
34 Κατά δε την άλλην ημέραν είπεν η μεγαλυτέρα προς
την νεωτέραν· “ιδού χθες εκοιμήθην εγώ με τον πατέρα μας. Ας τον ποτίσωμεν
κρασί και κατά την νύκτα αυτήν, και συ πήγαινε και κοιμήσου μαζή με αυτόν,
ώστε να αποκτήσω μεν απογόνους από τον πατέρα μας”.
|
35 ἐπότισαν δὲ καὶ ἐν τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ
τὸν πατέρα αὐτῶν οἶνον, καὶ εἰσελθοῦσα ἡ νεωτέρα ἐκοιμήθη μετὰ τοῦ πατρὸς
αὐτῆς, καὶ οὐκ ᾔδει ἐν τῷ κοιμηθῆναι αὐτὸν καὶ ἀναστῆναι.
|
35 Επότισαν πράγματι και κατά την νύκτα εκείνην τον
πατέρα των οίνον, τον εμέθυσαν και εισελθούσα η νεωτέρα εκοιμήθη μαζή του.
Εκείνος δε δεν αντελήφθη τίποτε ούτε όταν εκοιμήθη με την κόρην του ούτε και
όταν εξύπνησε.
|
36 καὶ συνέλαβον αἱ δύο θυγατέρες Λὼτ ἐκ
τοῦ πατρὸς αὐτῶν.
|
36 Συνέλαβον δε και αι δύο θυγατέρες από τον πατέρα
των τον Λωτ.
|
37 καὶ ἔτεκεν ἡ πρεσβυτέρα υἱὸν καὶ
ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Μωὰβ λέγουσα· ἐκ τοῦ πατρός μου· οὗτος πατὴρ Μωαβιτῶν
ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας.
|
37 Εγέννησεν η μεγαλύτερα τέκνον και εκάλεσεν αυτό
Μωάβ, λέγουσα· “Από τον πατέρα μου απέκτησα υιόν”. Αυτός έγινε γενάρχης των
Μωαβιτών, οι οποίοι και ζουν μέχρι σήμερα.
|
38 ἔτεκε δὲ καὶ ἡ νεωτέρα υἱὸν καὶ
ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Αμμάν, λέγουσα· υἱὸς γένους μου· οὗτος πατὴρ
᾿Αμμανιτῶν ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας.
|
38 Εγέννησε δε και η νεωτέρα θυγάτηρ υιόν και έδωσεν
εις αυτόν το όνομα Αμμάν, το οποίον σημαίνει “αυτός είναι υιός εκ του γένους
μου”. Αυτός είναι γενάρχης των Αμμανιτών έως σήμερον.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου